κοινωνία

Το σύνολο των ανθρώπων που συμβιώνουν σε έναν τόπο ή σε μία ιστορική περίοδο. Από κοινωνιολογική άποψη, η κ. ισοδυναμεί με την ύπαρξη ενός δικτύου δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, το οποίο βασίζεται σε συνειδητά (και όχι ενστικτώδη) στοιχεία και σε πολιτιστικές παραστάσεις. Μολονότι η κ. μπορεί, υπό ευρεία έννοια, να συμπεριλάβει ολόκληρη την ανθρωπότητα, επιστημονικά ο όρος αναφέρεται στην ύπαρξη πολλών κ. με κριτήριο τον χρόνο (μεσαιωνική κ., σύγχρονη κ. κλπ.) και τον χώρο (αμερικανική κ., ελληνική κ. κλπ.). Επομένως, η έννοια χρησιμοποιείται σε περιορισμένες και ειδικές μορφές, οι οποίες περιλαμβάνουν σε μια συνολική σχέση διάφορες ιδιαίτερες δομές που υπόκεινται σε μια διαδικασία μεταβολής. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Πολιτικά), η κ. απορρέει από την ίδια τη φύση του ανθρώπου ως «κοινωνικού και πολιτικού ζώου» και, γι’ αυτό τον λόγο, διαφορετικού από τα υπόλοιπα ζώα. Μάλιστα, ο ίδιος τη συνέδεε με το υπέρτατο αγαθό της αυτάρκειας (Ηθικά Νικομάχεια). Αντίστοιχα, οι σοφιστές κατέληξαν στη θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου, δηλαδή της ύπαρξης μιας εκούσιας μορφής συμβίωσης, που καθορίζεται από συμφωνίες μεταξύ των ατόμων, χάρη στην οποία οι άνθρωποι περνούν από τη φυσική στην κοινωνική κατάσταση. Το θέμα του συμβολαίου επαναπροσδιορίστηκε από τους μεγάλους στοχαστές του 17ου και του 18ου αι. και συγκεκριμένα από τους Χομπς, Λοκ και Ρουσό, οι οποίοι το προσέγγισαν συμβατικά ως θεμέλιο και δικαίωση μιας ορισμένης κρατικής οργάνωσης. Συγκεκριμένα, ο Λοκ, μολονότι πίστευε στην ελευθερία και στην ανεξαρτησία όλων των ανθρώπων, θεωρούσε απαραίτητη τη σύναψη ενός κοινωνικού συμβολαίου για την αποφυγή συγκρούσεων και την αρμονική συμβίωση. Ο Ρουσό πίστευε πως η μονήρης φύση του ανθρώπου (την οποία θεωρούσε ως τη φυσική του κατάσταση) τον οδηγούσε σε προστριβές με τους υπόλοιπους, οι οποίες αμβλύνονταν μέσω κάποιων κοινά αποδεκτών κανόνων. Την ίδια περίοδο πραγματοποιήθηκαν τα πρώτα βήματα μιας εθνολογικής έρευνας που έτεινε στην αναζήτηση πρωτόγονων κ. και σε ορισμένες απόψεις του Διαφωτισμού, στην υπεράσπιση της σχετικής κοινωνικής θέσης του ανθρώπου και στην πολεμική κατά του πολιτισμού της κ. του ύστερου φεουδαρχισμού. Ενώ στην Αγγλία οι ηθικοί φιλόσοφοι και οι οικονομολόγοι άρχισαν μια διαδικασία καθορισμού της έννοιας της κ. με βάση τις οικονομικές σχέσεις (όπως η αντίληψη του Άνταμ Φέργκιουσον, ο οποίος το 1967 έγραψε για την πολιτική κ. ως κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό), η ρομαντική αντίληψη (εκπρόσωπος της οποίας υπήρξε μεταξύ άλλων και ο Τζοβάν Μπατίστα Βίκο) διέκρινε κάποια αναλογία μεταξύ της κ. και του ζωντανού οργανισμού (κοινωνικός οργανισμός), επιστρέφοντας στην κ. που στηριζόταν στις μεσαιωνικές τάξεις και στους δεσμούς της προσωπικής αλληλεξάρτησης. Στη εγελιανή πηγή μιας τέτοιας οργανικής αντίληψης (μολονότι στον Χέγκελ υφίσταται ως αντίφαση και η πραγματικότητα της νεότερης, ισοπεδωτικής και απρόσωπης κ.) επανήλθαν διάφορα ρεύματα του 19ου και του 20ού αι., ορισμένες όψεις του λειτουργισμού (φονξιοναλισμού) και η κίνηση των human relations. Στον Καρλ Μαρξ, η κ. παρουσιάζεται ως το σύνολο των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων, ορισμένες από τις οποίες (όπως οι οικονομικές) διαμορφώνουν αποφασιστικά τις υπόλοιπες (αποτελούν τη βάση που διαμορφώνει το εποικοδόμημα). Ενώ στη μεσαιωνική κ. οι σχέσεις είναι στην ουσία προσωπικές και η οικονομική θέση είναι άμεσα πολιτική (ο φεουδάρχης είναι πολιτικός αρχηγός και κύριος του εδάφους), στη νεότερη κεφαλαιοκρατική κ. οι σχέσεις είναι απρόσωπες και η οικονομική ανισότητα είναι έμμεση και καλύπτεται από την αστική και πολιτική ισότητα. Η εξάρτηση υπάρχει σε σχέση με το κεφάλαιο και τον μηχανισμό της αγοράς. Κάθε τύπος κ. και η αντίστοιχη οικονομία έχουν τους δικούς τους εσωτερικούς νόμους ανάπτυξης και μεταβολής. Έτσι, ο μαρξισμός ταυτίζει την οικονομία και την κοινωνιολογία και παρουσιάζεται ως ανάλυση ενός συγκεκριμένου οικονομικοκοινωνικού σχηματισμού, του αστικού. Η μαρξιστική αντίληψη επαναλαμβάνεται σε μεγάλο μέρος και από άλλα κοινωνιολογικά ρεύματα· για παράδειγμα, ο Τένις κάνει διάκριση μεταξύ κοινότητας και κ. (αστικής κ.). Η πρώτη στηρίζεται οργανικά σε συναισθηματικούς και προσωπικούς δεσμούς, ενώ η δεύτερη σε συμβατικές σχέσεις και σχέσεις αγοράς, στο πλαίσιο των οποίων οι άνθρωποι είναι ουσιαστικά διαιρεμένοι. Επίσης, σύμφωνα με τον Μαξ Βέμπερ, η σύγχρονη κ. χαρακτηρίζεται από τα συμβατικά και απρόσωπα στοιχεία της (ισότητα δικαιωμάτων, γραφειοκρατία, ορθολογισμός και προκαθορισμός της συμπεριφοράς). Ενώ στους διάφορους τύπους κοινότητας η κοινωνική δράση εξαρτάται από συναισθηματικά και παραδοσιακά στοιχεία ή αξίες, η νεότερη κ. προσανατολίζεται σύμφωνα με αντικειμενικούς και συνειδητούς σκοπούς. Οι μορφές της πολιτικής εξουσίας (πατριαρχικές, χαρισματικές, γραφειοκρατικο-ορθολογιστικές κλπ.) έχουν επίσης λειτουργικό χαρακτήρα. Το ρεύμα που είχε ως αφετηρία τον Ντιρκέμ, αν και προερχόταν από πηγή αντίθετη από την εγελιανή (θετικισμός του Κοντ) οδήγησε επίσης σε μια οργανική θεώρηση της κ. Πραγματικά, ο Ντιρκέμ θεωρούσε χαρακτηριστικό της πληρέστερης σύγχρονης κ. τον καταμερισμό της εργασίας, ο οποίος καθιστά φανερή την έμφυτη ενότητα και την αλληλεγγύη των ανθρώπων. Σύμφωνα με τον ίδιο, υπάρχει κάποια ομοιομορφία συμπεριφοράς, η οποία καθορίζεται από την ύπαρξη συλλογικών παραστάσεων. Οι τελευταίες αποκτούν τη μορφή κανόνα και αναφορικά προς αυτές τείνουν να εκφραστούν και τα φαινόμενα με αποκλίνοντα χαρακτήρα (ανομία). Έτσι η μελέτη της κ. εξελίσσεται σε μελέτη της κοινωνικής ισορροπίας και των αναγκαίων συνθηκών της. Επομένως, από τον Ντιρκέμ και από τις παράλληλες παρατηρήσεις του Παρέτο (ο οποίος διατύπωσε επίσης μια θεωρία κοινωνικής ανταλλαγής, δηλαδή των όρων μεταβολής και συντήρησης μιας κ.), ο Τάλκοτ Πάρσονς εμπνεύστηκε την αναζήτηση ενός αφηρημένου προτύπου κοινωνικής ολοκλήρωσης. Στο άλλο άκρο, αλλά με σημαντική μεθοδολογική συγγένεια, οι μελετητές της μικροκοινωνιολογίας (Λάζαρσφελντ, Μορένο κ.ά.) επιδόθηκαν στη μελέτη μικρών ομάδων και του εσωτερικού συστήματός τους, με αξιόλογες πρακτικές εφαρμογές. Εναντίον αυτών των δύο κατευθύνσεων (αφηρημένης μακροκοινωνιολογίας και εμπειρικής μικροκοινωνιολογίας) διατυπώθηκαν τελευταία διάφορες αντίθετες απόψεις και νέοι ορισμοί της έννοιας της κ. ως καθολικής δομής, που χαρακτηρίζεται ιστορικά από αξίες και τύπους σχέσεων, με πολλαπλότητα επιπέδων και εσωτερικών συγκρούσεων (Γκούρβιτς, Ράιτ Μιλς κλπ.). Ιδιαίτερη σημασία έχουν και άλλες έννοιες και διακρίσεις, όπως ανεπτυγμένη και αναπτυσσόμενη κ. ή βιομηχανική και προβιομηχανική κ., ανεξάρτητα από το κεφαλαιοκρατικό ή σοσιαλιστικό καθεστώς παραγωγής, αλλά με αποκλειστική αναφορά στα επίπεδα τεχνολογικής ανάπτυξης (Αρόν, Ντάρεντορφ, Ροστόφ). Εστιάζοντας στο στοιχείο της μαζικής κατανάλωσης στις σύγχρονες βιομηχανικές κ., ορισμένοι στοχαστές διατύπωσαν τον όρο της κ. τηςαφθονίαςτης ευημερίας. (Νομ.) Ο όρος κ. χρησιμοποιείται στη νομική επιστήμη στις περιπτώσεις που ένα δικαίωμα ανήκει από κοινού σε περισσότερους, οπότε (αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά) ορίζεται ότι υπάρχει κ. ανάμεσά τους κατ’ ιδανικά μέρη. Πρόκειται για μια ευρύτερη έννοια της συγκυριότητας, καθώς μπορεί να περιλαμβάνει πράγματα ή δικαιώματα, ομάδες πραγμάτων, επιχείρηση κλπ. Συνήθως προέρχεται από κληρονομιά ή από εταιρική σύμβαση, αλλά δεν αποκλείεται να βασίζεται και σε πρωτογενή σύμβαση (για παράδειγμα, από κοινού αγορά πράγματος για εκμετάλλευση ή χρήση). Γνωστή και συνηθισμένη περίπτωση αποτελούν οι κοινόχρηστοι χώροι μιας πολυκατοικίας. Στην κ., οι δικαιούχοι συμμετέχουν με ποσοστά που καθορίζονται από την αιτία δημιουργίας της. Στην περίπτωση αμφιβολίας, ο νόμος προβλέπει ότι οι μερίδες των κ. είναι ίσες. Σύμφωνα με τον ελληνικό Αστικό Κώδικα (άρθρα 785-805), η κ. παρέχει ανάλογο δικαίωμα χρήσης σε κάθε κοινωνό, αρκεί να μην παραβλάπτει τη χρήση των άλλων κοινωνών, καθώς και ανάλογη μερίδα επί των καρπών. Η διοίκηση του κοινού ανήκει στη συνέλευση των κοινωνών, η οποία αποφασίζει με πλειοψηφία βάσει των μεριδίων. Σε περίπτωση ασυμφωνίας αποφασίζει το δικαστήριο, που μπορεί να διορίσει και διαχειριστή. Δεν μπορεί όμως να αποφασιστεί ή να απαιτηθεί, οπωσδήποτε, ουσιώδης ή πολύ δαπανηρή μεταβολή του αντικειμένου. Απαιτείται ομοφωνία και κοινή συμμετοχή όλων στη διάθεση ολόκληρου του αντικειμένου της κ., αλλά κάθε κοινωνός μπορεί να διαθέσει ελεύθερα το μερίδιό του. Τα έξοδα συντήρησης βαρύνουν τους κοινωνούς κατ’ αναλογία. Κάθε κοινωνός έχει το δικαίωμα να ζητήσει οποτεδήποτε τη διάλυση της κ., εκτός αν έχει προσυμφωνηθεί η διάρκειά της (έως δέκα χρόνια κατ’ ανώτατο όριο) ή αν το αντικείμενο εξυπηρετεί διαρκή σκοπό. Για σπουδαίο λόγο μπορεί να ζητηθεί και η διάλυση κ. ορισμένου χρόνου. Η διάλυση γίνεται με διανομή (αυτούσια, αν ο χωρισμός είναι εφικτός), που μπορεί να είναι εκούσια ή δικαστική. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την πώληση του κοινού σε πλειστηριασμό, οπότε διανέμεται το τίμημα. Η διανομή ή η πώληση δεν παραβλάπτουν τα εμπράγματα δικαιώματα τρίτων. Η αξίωση για διάλυση της κ. δεν παραγράφεται. Ειδικές διατάξεις ρυθμίζουν την κ. μεταξύ συγκληρονόμων. Ορισμένοι στοχαστές, εστιάζοντας στο στοιχείο της μαζικής κατανάλωσης στις σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες, διατύπωσαν τον όρο της κοινωνίας της αφθονίας ή της ευημερίας (φωτ. ΑΠΕ). Υπαίθρια αγορά στην Ασία, σε μία κοινωνία που στηρίζεται στην ανταλλαγή των προϊόντων. Ο επιστημονικός ορισμός της κοινωνίας αναφέρεται στην ύπαρξη κοινωνιών με κριτήριο τον χρόνο (για παράδειγμα, σύγχρονη κοινωνία), αλλά και τον χώρο (για παράδειγμα, ινδική κοινωνία) (φωτ. ΑΠΕ). Το σύνολο των ανθρώπων που συμβιώνουν σε έναν τόπο ή σε μια ιστορική περίοδο ονομάζεται κοινωνία (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
η (AM κοινωνία, Α και δωρ. τ. κοινανία) [κοινωνός]
1. συμμετοχή, μέθεξη
2. επικοινωνία, επιμιξία («γάμου κοινωνία» — γάμος, σύζευξη)
3. σύνολο ανθρώπων που συμβιούν σε έναν τόπο ή σε μια εποχή και αποτελούν ένα οργανικό σύνολο (α. «η ελληνική κοινωνία» β. «η κοινωνία τού μεσαίωνα» γ. «η κοινωνία τού Ναυπλίου»)
4. σύνολο ζώων τού ίδιου είδους που συμβιούν ομαδικά («η κοινωνία τών μελισσών»)
νεοελλ.
1. (νομ.) η πραγματική και νομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται δύο ή περισσότερα πρόσωπα και μοιράζονται με ιδεατό τρόπο ένα δικαίωμα
2. φρ. α) «καλή κοινωνία» ή «υψηλή κοινωνία» — οι λεγόμενες ανώτερες κοινωνικές τάξεις
β) «Κοινωνία τών Εθνών» — ο πρώτος με οικουμενικό χαρακτήρα διεθνής οργανισμός, που είχε συσταθεί με τη Συνθήκη τών Βερσαλιών (1919), είχε έδρα του τη Γενεύη και αποσκοπούσε στη διατήρηση τής ειρήνης με την ειρηνική επίλυση τών διακρατικών διαφορών, με την εξασφάλιση από κάθε επιθετική ενέργεια και με την ανάπτυξη τών διεθνών σχέσεων
νεοελλ.-μσν.
φρ. «αγία κοινωνία» ή «θεία κοινωνία» — θεία μετάληψη
μσν.
ομάδα, σύνολο προσώπων
αρχ.
1. σαρκική επαφή, συνουσία
2. κοινό δώρο, συνεισφορά ή ελεημοσύνη («κοινωνίαν τινὰ ποιήσασθαι εἰς τοὺς πτωχούς», ΚΔ).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κοινωνία — κοινωνίᾱ , κοινωνία communion fem nom/voc/acc dual κοινωνίᾱ , κοινωνία communion fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινωνία — η 1) общество; 2) Θεία / Αγία Κοινωνία η Святое Причастие Тела и Крови Христа …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • κοινωνιά — Το σύνολο των ανθρώπων που συμβιώνουν σε έναν τόπο ή σε μία ιστορική περίοδο. Από κοινωνιολογική άποψη, η κ. ισοδυναμεί με την ύπαρξη ενός δικτύου δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, το οποίο βασίζεται σε συνειδητά (και όχι ενστικτώδη) στοιχεία και σε… …   Dictionary of Greek

  • κοινωνίᾳ — κοινωνίαι , κοινωνία communion fem nom/voc pl κοινωνίᾱͅ , κοινωνία communion fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινωνία — η 1. σύνολο ομοειδών ζώων ή ανθρώπων: Αυτό συμβαίνει στις κοινωνίες των ζώων, όχι στις κοινωνίες των ανθρώπων. 2. το σύνολο των κατοίκων ορισμένης πόλης ή χώρας και ιδιαίτερα η καλή τάξη: Η Πάτρα έχει καλή κοινωνία. 3. επικοινωνία, συναναστροφή,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κοινωνία — [кинониа] ουσ. Θ. общество …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Κοινωνία των Εθνών — Διεθνής οργανισμός που λειτούργησε κατά το πρώτο μισό του 20ού αι. και αποτέλεσε, κατά κάποιον τρόπο, τον πρόδρομο του ΟΗΕ. Η Κ.τ.Ε. ιδρύθηκε στο Παρίσι, στο πλαίσιο της συνθήκης των Βερσαλιών, με την οποία τερματίστηκε ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος.… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Κοινωνία και Οικονομία (Αρχαιότητα) — ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η οικονομία στην Aρχαϊκή περίοδο Στον τομέα της οικονομίας, στην Aρχαϊκή περίοδο, σημειώθηκε μια σημαντική πρόοδος σε σχέση με τη Γεωμετρική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της Γεωμετρικής… …   Dictionary of Greek

  • θεία κοινωνία — Βλ. λ. Ευχαριστία, Θεία …   Dictionary of Greek

  • κοινωνίας — κοινωνίᾱς , κοινωνία communion fem acc pl κοινωνίᾱς , κοινωνία communion fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.